στρατιώτης
ουσιαστικό1. Μέλος οργανωμένων ένοπλων δυνάμεων, εκπαιδευμένο και οργανωμένο για την εκτέλεση στρατιωτικής υπηρεσίας, την τήρηση εντολών και τη συμμετοχή σε επιχειρήσεις.
Συνώνυμα
φαντάρος οπλίτης στρατιωτικός μαχητής μισθοφόρος εθελοντής ναύτης σμηνίτης αξιωματικός στρατευμένος ένστολος στρατιά νεοσύλλεκτος πολεμιστής μονομάχος λεγεωνάριος φύλακας φρουρός ιππότης συμπολεμιστής υπαξιωματικός ένοπλος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατιώτης πέρασε από το φυλάκιο τα χαράματα.
- Οι στρατιώτες εκπαιδεύονται καθημερινά στο πεδίο βολής.
- Τον στρατιώτη βράβευσαν για το θάρρος του.
- Υπήρξε στρατιώτης της δικαιοσύνης και αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα για τα δικαιώματα.
- Ο παππούς μου ήταν στρατιώτης στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.