καθοδηγητής
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που συνοδεύει και οδηγεί άλλους σε διαδρομές, εκδρομές ή περιηγήσεις, παρέχοντας πληροφορίες, κατεύθυνση και πρακτική υποστήριξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθοδηγητής της διπλωματικής μου με βοήθησε πολύ.
- Οι μαθητές ακολούθησαν τον καθοδηγητή στο μονοπάτι του βουνού.
- Πριν ξεκινήσει το πρόγραμμα, οι καθοδηγητές παρακολούθησαν ειδική εκπαίδευση.
- Ο καθοδηγητής του κινήματος παρουσίασε το σχέδιο δράσης.
- Σε στιγμές αμφιβολίας στράφηκε στον εσωτερικό καθοδηγητή της για συμβουλή.