κολλητός
επίθετο1. Που έχει πολύ στενή, οικεία φιλική σχέση με κάποιον, θεωρούμενος ιδιαίτερα κοντινός φίλος.
2. Που βρίσκεται ή εφαρμόζει ακριβώς δίπλα από κάτι, χωρίς κενό ανάμεσά τους.
3. Που κολλάει ή προσκολλάται εύκολα σε επιφάνεια ή σε άλλο υλικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κολλητός μου Νίκος έρχεται στο πάρτι.
- Η κολλητή μου Σοφία έχει χρόνο αύριο.
- Οι κολλητοί μας συναντιούνται κάθε Σάββατο.
- Το σπίτι της είναι κολλητό με το δικό μας.
- Το φόρεμα ήταν τόσο κολλητό που η Μαρία δυσκολευόταν να κινηθεί.