υπερασπιστής
ουσιαστικό1. Άτομο που προστατεύει ή υπερασπίζει κάποιον ή κάτι από σωματική, νομική ή ηθική απειλή.
2. Νομικός επαγγελματίας που εκπροσωπεί και υπερασπίζει κατηγορούμενο ενώπιον δικαστηρίου.
Συνώνυμα
συνήγορος δικηγόρος υπέρμαχος αμυντής προστάτης υποστηρικτής σωματοφύλακας θιασώτης παραστάτης σωτήρας οπαδός συμπαραστάτης σύμμαχος φύλακας μπράβος αρωγός μαχητής φρουρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υπερασπιστής του κατηγορουμένου μίλησε στο δικαστήριο.
- Ο υπερασπιστής της ομάδας έκοψε την επίθεση στην τελευταία φάση.
- Έγινε υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην τοπική κοινωνία.
- Ο υπερασπιστής του περιβάλλοντος οργάνωσε καθαρισμό της παραλίας.
- Ο υπερασπιστής της πόλης θυσίασε πολλά για να προστατεύσει τους κατοίκους.