πρόεδρος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που κατέχει το ανώτατο δημόσιο ή πολιτικό αξίωμα σε ένα κράτος, οργανισμό ή κοινότητα και φέρει την ευθύνη για τη γενική εκπροσώπηση και την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων.
Συνώνυμα
προεδρεύων προεδρεύουσα επικεφαλής προϊστάμενος αρχηγός ηγέτης κεφαλή διευθυντής διοικητής διευθύντρια πρωθυπουργός συντονιστής εκπρόσωπος υπεύθυνος αφεντικός άρχων δεσπότης καπετάνιος πρύτανης κεφάλι δικαστής κυβερνήτης δήμαρχος πολιτικός μαέστρος αξιωματούχος κριτής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πρόεδρος της χώρας θα μιλήσει απόψε.
- Η πρόεδρος του συλλόγου οργάνωσε τη συνάντηση.
- Στη συνεδρίαση, ο πρόεδρος ζήτησε τάξη πριν από τις τοποθετήσεις.
- Οι πρόεδροι των εταιρειών συναντήθηκαν για τη συμφωνία.
- Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου υπέγραψε το έγγραφο.