συνεργάτης
ουσιαστικό1. Άτομο που συνεργάζεται με άλλα άτομα ή φορείς για την επίτευξη κοινού στόχου, αναλαμβάνοντας συγκεκριμένες αρμοδιότητες ή καθήκοντα.
2. Άτομο που εργάζεται στην ίδια επιχείρηση ή υπηρεσία με κάποιον άλλο και συμμετέχει σε κοινές εργασίες ή έργα.
Συνώνυμα
συνάδελφος συνεταίρος συνεργός παρτενέρ σύντροφος συναγωνιστής συμμέτοχος συναυτουργός συνδημιουργός μέλος εργαζόμενος εταίρος συμμετέχων συντελεστής σύμμαχος ταίρι συνεταιριστής συμπαίκτης βοηθός συμπαραστάτης κολλητός εθελοντής δορυφόρος πράκτορας παραστάτης συμπολεμιστής συνοδοιπόρος φίλος απασχολούμενος μισθωτός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συνεργάτης στο γραφείο με βοήθησε με το έργο.
- Η εταιρεία μας απέκτησε έναν νέο συνεργάτη στη διανομή.
- Οι συνεργάτες συμφώνησαν να μοιραστούν τα κέρδη.
- Ο συνεργάτης στην έρευνα έγραψε το αντίστοιχο κεφάλαιο.
- Ζήτησα τη γνώμη του συνεργάτη μου πριν υπογράψω τη σύμβαση.