αντίθετος
επίθετο1. Που έχει αντίθετη κατεύθυνση ή θέση σε σχέση με κάτι άλλο.
2. Που εκφράζει διαφωνία ή σύγκρουση ως προς ιδέες, γνώμες ή προθέσεις.
3. Που παρουσιάζει αντίθετη ιδιότητα ή σημασία σε σχέση με κάτι άλλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ομόφωνος ομόφρων εναρμονισμένος συναινετικός διατεθειμένος σύμφωνος συμβατός υποστηρικτικός συνεργάσιμος συμβιβαστικός αποδεκτικός θετικός συμπαθητικός ευμενής δεκτικός ευνοϊκός υποστηρικτής πρόθυμος όμοιος ίδιος παρόμοιος φιλικός ακόλουθος πανομοιότυπος
Παραδείγματα χρήσης
- Το κατάστημα βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά του δρόμου.
- Είμαι αντίθετος στην πρότασή σου για αλλαγή πολιτικής.
- Η στάση του ήταν αντίθετη προς όσα είχε πει νωρίτερα.
- Τα αποτελέσματα ήταν αντίθετα με τις προσδοκίες μας.
- Οι μαθητές ήταν αντίθετοι ως προς το ενδεχόμενο να αλλάξει το πρόγραμμα.