χωροφύλακας
ουσιαστικόΆτομο που υπηρετεί σε σώμα δημόσιας τάξης με αρμοδιότητες αστυνόμευσης, τήρησης της τάξης και προστασίας της δημόσιας ασφάλειας σε συγκεκριμένες περιοχές.
Συνώνυμα
αστυνομικός αστυφύλακας μπάτσος αστυνόμος φύλακας ένστολος σερίφης συνοριοφύλακας υπαστυνόμος ανθυπαστυνόμος αρχιφύλακας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χωροφύλακας περιπολεί την πόλη κάθε βράδυ.
- Στα παλιά χρόνια, οι χωροφύλακες είχαν μεγάλη επιρροή στα χωριά.
- Στο μυθιστόρημα, ο ήρωας εργάζεται ως χωροφύλακας και προστατεύει τους αδύναμους.
- Μην γίνεσαι ο χωροφύλακας της παρέας, άφησε τους φίλους σου να αποφασίσουν μόνοι τους.
- Ο πρώην χωροφύλακας κατέθεσε στον εισαγγελέα για το περιστατικό.