παραστάτης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που βρίσκεται δίπλα σε άλλο άτομο για να το βοηθά, να το συνοδεύει ή να διευκολύνει την εκτέλεση μιας πράξης, υποχρέωσης ή συμμετοχής σε εκδήλωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παραστάτης δικηγόρος υπέβαλε ένσταση εκ μέρους του πελάτη.
- Οι γονείς ήταν παραστάτες του παιδιού κατά τη διάρκεια της νοσηλείας.
- Χρειαζόμαστε δύο παραστάτες για να βοηθήσουν στην αλλαγή σκηνικών.
- Ο φίλος του ήταν πάντα παραστάτης στις δύσκολες στιγμές.
- Στη σύσκεψη όρισαν έναν παραστάτη για την υπογραφή των εγγράφων.