συνοδός
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που συνοδεύει ένα άλλο άτομο ή ομάδα κατά τη μετακίνηση, παρέχοντας συντροφιά, ασφάλεια ή πρακτική βοήθεια.
Συνώνυμα
σύντροφος συνοδοιπόρος ακόλουθος εταίρος συνταξιδιώτης συμπορευτής συντρόφισσα συνταξιδιώτισσα ξεναγός νοσηλευτής νοσηλεύτρια νοσοκόμος φροντιστής φρουρός φύλακας σωματοφύλακας κηδεμόνας προστάτης παραστάτης συμπαραστάτης έσκορτ συνοδευτής βοηθός συντροφιά δορυφόρος συνοδεία παρέα παρτενέρ ταίρι οδηγός συνοδηγός φίλη επιβάτης ερωμένη παρακολουθητής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνοδός του γκρουπ μας εξήγησε το πρόγραμμα.
- Ο συνοδός μας βοήθησε με τις βαλίτσες στο αεροδρόμιο.
- Η ασθενής χρειάζεται συνοδό κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο.
- Η τραγουδίστρια είχε συνοδό στο πιάνο κατά την πρόβα.
- Όταν ταξιδεύουν δημόσιοι λειτουργοί, συνήθως έχουν συνοδούς ασφαλείας.