επικριτής
ουσιαστικό1. Άτομο που εκφράζει επικρίσεις προς πρόσωπα, ιδέες, συμπεριφορές ή έργα, επισημαίνοντας ελαττώματα, αδυναμίες ή σφάλματα.
Συνώνυμα
κριτικός κριτικογράφος κατακριτής σχολιαστής αναλυτής κριτής κατήγορος αντιρρητής πικρολόγος γκρινιάρης αντίπαλος διαφωνών
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επικριτής καταλόγισε σοβαρές αδυναμίες στο νέο μυθιστόρημα.
- Η ταινία απέσπασε τον έπαινο αλλά και έναν σκληρό επικριτή.
- Οι επικριτές της κυβέρνησης συγκέντρωσαν στοιχεία για να τεκμηριώσουν τις καταγγελίες τους.
- Εργάζεται ως επικριτής στο πολιτιστικό τμήμα της εφημερίδας.
- Στις οικογενειακές συζητήσεις συχνά γίνεται επικριτής των επιλογών των συγγενών του.