φιλαράκι
ουσιαστικόΠρόσωπο με το οποίο κάποιος διατηρεί οικεία και εγκάρδια σχέση· η λέξη εκφράζει τρυφερότητα ή οικειότητα και χρησιμοποιείται συχνά ως ανεπίσημο προσφώνημα σε φιλικά πλαίσια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Φιλαράκι, μπορείς να με βοηθήσεις με τη βαλίτσα;
- Το φιλαράκι μου από το λύκειο ήρθε χθες.
- Η Μαίρη είναι καλό φιλαράκι, πάντα με στηρίζει.
- Μην τον παίρνεις στα σοβαρά, το φιλαράκι μας απλώς αστειεύτηκε.
- Ωραία, φιλαράκι, πάλι θα τα αφήσεις για την τελευταία στιγμή;