θεματοφύλακας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο ή φορέας αρμόδιος για την προστασία, τη διατήρηση και τη φροντίδα θεμάτων, αρχών, κανόνων ή κρίσιμων εγγράφων.
2. Πρόσωπο ή ομάδα που επιτηρεί και διαχειρίζεται την ορθή εφαρμογή και τήρηση θεμάτων σε οργανισμό, κοινότητα ή θεσμικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θεματοφύλακας του Συντάγματος τόνισε την ανάγκη για ανεξαρτησία των θεσμών.
- Ο παππούς έγινε θεματοφύλακας των οικογενειακών εθίμων και τα δίδαξε στα εγγόνια.
- Η βιβλιοθήκη λειτουργεί ως θεματοφύλακας πολύτιμων ιστορικών ντοκουμέντων.
- Ο δημοσιογράφος είδε τον εαυτό του ως θεματοφύλακας της αλήθειας.
- Ο διαχειριστής του φόρουμ είναι θεματοφύλακας των συζητήσεων και επιβάλλει τους κανόνες.