συμπολεμιστής

ουσιαστικό

1. Άτομο που συμμετέχει μαζί με άλλους σε πολεμικές επιχειρήσεις ή μάχες, αγωνιζόμενο στο ίδιο μέτωπο ή υπό την ίδια διοίκηση.

2. Άτομο που στηρίζει και συμμετέχει από κοινού σε έναν κοινό αγώνα ή προσπάθεια, ιδίως σε μεταφορική ή κοινωνική έννοια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης ήταν συμπολεμιστής του πατέρα μου στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
  • Οι συμπολεμιστές συγκεντρώθηκαν για να τιμήσουν τους πεσόντες.
  • Στην περιβαλλοντική εκστρατεία βρήκα πολλούς συμπολεμιστές με κοινό στόχο.
  • Τον θεωρώ συμπολεμιστή στην προσπάθεια να βελτιώσουμε το σχολείο.
  • Οι παλιές επιστολές αποκάλυψαν την ιστορία ενός γενναίου συμπολεμιστή.