συμπαίκτης
ουσιαστικό1. Άτομο που συμμετέχει στην ίδια ομάδα ή στον ίδιο αγώνα ή παιχνίδι με άλλα άτομα, συνεργάζεται μαζί τους για την επίτευξη κοινού σκοπού.
Συνώνυμα
σύντροφος συνεργάτης παρτενέρ συμμαχός συναθλητής ταίρι συνεργός συνάδελφος παίκτης κολλητός εταίρος συμπολεμιστής συνοδοιπόρος συμμέτοχος συνεταίρος υποστηρικτής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συμπαίκτης μου σκόραρε το νικητήριο γκολ.
- Στον online αγώνα, ένας συμπαίκτης με βοήθησε να ανέβω επίπεδο.
- Στην ομάδα, κάθε συμπαίκτης είχε σαφείς αρμοδιότητες στο πρότζεκτ.
- Σε δύσκολες στιγμές, ήταν ο καλύτερος συμπαίκτης μου στη ζωή.
- Οι συμπαίκτες πανηγύρισαν μαζί μετά το τέλος του αγώνα.