πρεσβευτής
ουσιαστικό1. Διπλωματικός λειτουργός ανώτατου βαθμού, ο οποίος εκπροσωπεί την κυβέρνηση και τα συμφέροντα ενός κράτους σε άλλο κράτος ή σε διεθνή οργάνωση και διαχειρίζεται τις διμερείς σχέσεις.
Συνώνυμα
πρέσβης εκπρόσωπος αντιπρόσωπος απεσταλμένος εντεταλμένος πληρεξούσιος διπλωμάτης αγγελιαφόρος διαμεσολαβητής ανιχνευτής πρόξενος άγγελος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πρεσβευτής της χώρας μας θα μεταβεί στην πρωτεύουσα σήμερα.
- Ο πρεσβευτής παρέδωσε τα διαπιστευτήρια στον Πρόεδρο.
- Ο διάσημος ηθοποιός είναι πρεσβευτής της νέας εκστρατείας για την υγεία.
- Ο διευθυντής του μουσείου είναι πρεσβευτής της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
- Ο καθηγητής θέλει να γίνει πρεσβευτής της καινοτομίας στο πανεπιστήμιο.