γκόμενος

ουσιαστικό

1. Άτομο αρσενικού φύλου με το οποίο κάποιος/μια διατηρεί ερωτική ή αισθηματική σχέση, συνήθως σε ανεπίσημη ή μη δεσμευμένη μορφή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γκόμενος της είναι πολύ υποστηρικτικός.
  • Πρόσφατα είχε έναν γκόμενο, αλλά ήταν κάτι περιστασιακό.
  • Μη μιλάς έτσι στον γκόμενο μου — σε παρακαλώ.
  • Όλοι στην παρέα ξέρουν ότι ο γκόμενος της δουλεύει απόγευμα.
  • Μερικές φορές η λέξη γκόμενος χρησιμοποιείται πιο χαλαρά για να περιγράψει μία σχέση χωρίς δέσμευση.