αδερφός
ουσιαστικό1. Άτομο αρσενικού φύλου που μοιράζεται με άλλο άτομο έναν ή περισσότερους κοινούς γονείς, μέλος της ίδιας οικογένειας.
2. Πρόσωπο που έχει στενή, αδελφική σχέση ή δεσμό σε θρησκευτικό, επαγγελματικό ή κοινωνικό πλαίσιο, ως μέλος κοινότητας ή ομάδας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αδερφός μου είναι γιατρός.
- Τον θεωρώ αδερφό μου από παιδί.
- Ο αδερφός της μονής φρόντισε τους προσκυνητές.
- Στην ομάδα νιώθουμε αδερφοί και στηρίζουμε ο ένας τον άλλο.
- Η περιουσία μεταβιβάστηκε στον αδερφό της σύμφωνα με τη διαθήκη.