πλευρά

ουσιαστικό

1. Το πλαϊνό τμήμα ή η όψη ενός αντικειμένου ή σώματος, που οριοθετείται από ακμές, επιφάνειες ή όρια.

2. Το πλάι του ανθρώπινου σώματος ή συγκεκριμένη περιοχή ανάμεσα στον θώρακα και την κοιλιά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πλευρά του τραπεζιού είναι γρατσουνισμένη.
  • Από την πλευρά της οικονομίας, τα μέτρα φαίνονται αναγκαία.
  • Η πλευρά των εργαζομένων ζήτησε άμεσα διαπραγματεύσεις.
  • Ένιωσε πόνο στη δεξιά πλευρά μετά το τραύμα.
  • Από την πλευρά μου, θα βοηθήσω όσο μπορώ.