ζήτηση

ουσιαστικό

1. Απαίτηση ή επιθυμία απόκτησης και χρήσης αγαθών ή υπηρεσιών, εκφραζόμενη ως ποσότητα στην αγορά και επηρεαζόμενη από παράγοντες όπως η τιμή, το εισόδημα και οι προτιμήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ζήτηση για ηλεκτρικά αυτοκίνητα αυξάνεται κάθε χρόνο.
  • Από το δικαστήριο στάλθηκε ζήτηση για τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας.
  • Υπήρχε χαμηλή ζήτηση για το προϊόν μετά τη λήξη των εκπτώσεων.
  • Οι εταιρείες προσαρμόζουν την παραγωγή ανάλογα με τη ζήτηση.
  • Οι προγραμματιστές με εμπειρία σε τεχνητή νοημοσύνη είναι σε μεγάλη ζήτηση.