αντίτιμο
ουσιαστικό1. Ποσό χρημάτων που καταβάλλεται για την απόκτηση αγαθού ή την παροχή υπηρεσίας.
2. Αξία ή παροχή που χορηγείται για να καλύψει ζημία, κόπο ή την παροχή ενός έργου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αντίτιμο για το βιβλίο ήταν δεκαπέντε ευρώ.
- Το συμβόλαιο καθορίζει το αντίτιμο που πρέπει να καταβληθεί.
- Έκανε την παραχώρηση χωρίς αντίτιμο, από ευγνωμοσύνη.
- Το θάρρος του είχε ως αντίτιμο μεγάλες ευθύνες.
- Πολλοί ζητούν αντίτιμο για τις συμβουλές που δίνουν.