χρηματοδότηση
ουσιαστικό1. Παροχή ή διάθεση χρημάτων ή κεφαλαίων για την υποστήριξη δραστηριότητας, έργου ή επιχείρησης.
2. Διαδικασία εξασφάλισης των απαραίτητων κεφαλαίων μέσω δανεισμού, επενδύσεων, επιχορηγήσεων ή άλλων πηγών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χρηματοδότηση του έργου εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
- Ζητήσαμε χρηματοδότηση από την τράπεζα για την επέκταση της επιχείρησης.
- Η χρηματοδότηση μέσω crowdfunding κάλυψε τα έξοδα παραγωγής.
- Η χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών μειώθηκε τον τελευταίο χρόνο.
- Η χρηματοδότηση της έρευνας προήλθε κυρίως από ιδιώτες επενδυτές.