αντιπαροχή

ουσιαστικό

1. Παροχή που γίνεται ως αντάλλαγμα για άλλη παροχή, υπηρεσία ή εργασία στο πλαίσιο οικονομικών ή συμβατικών σχέσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο συμβόλαιο καθορίστηκε ότι η αντιπαροχή του κατασκευαστή θα είναι δύο διαμερίσματα.
  • Ως αντιπαροχή για τις υπηρεσίες του, ο σύμβουλος έλαβε χρηματική αμοιβή.
  • Η υπόσχεση για βελτίωση υποδομών θεωρήθηκε αντιπαροχή για την υποστήριξη των κατοίκων.
  • Η εταιρεία προσέφερε τεχνική υποστήριξη ως αντιπαροχή για την προβολή του προϊόντος.
  • Στο μνημόνιο συνεργασίας περιγράφεται η αντιπαροχή που θα λάβει κάθε μέρος.