πένθιμος
επίθετο1. Που σχετίζεται με το πένθος ή το θρήνο και χαρακτηρίζει τελετές, ενδυμασία ή εκδηλώσεις για τον θάνατο.
2. Που εκφράζει λύπη, μελαγχολία ή σοβαρό, βαρύ ύφος, ιδίως σε μουσική, λόγο ή εμφάνιση.
Συνώνυμα
θρηνώδης μοιρολογικός επικήδειος λυπητερός θλιβερός μελαγχολικός θλιμμένος συλλυπητήριος τραγικός ζοφερός λυπηρός βαρύς καταθλιπτικός συγκινητικός οδυνηρός σκοτεινός σκυθρωπός στεναχωρημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σπίτι είχε μια πένθιμη ατμόσφαιρα μετά την είδηση.
- Η μουσική της κηδείας ήταν αργή και πένθιμη.
- Φορούσε ένα πένθιμο μαύρο φόρεμα.
- Το βλέμμα του ήταν πένθιμο και βαρύ.
- Οι καμπάνες χτύπησαν με έναν πένθιμο ήχο.