αχνός
επίθετο1. Που παρουσιάζει ελαφριά, μειωμένη ένταση στο χρώμα ή στην όψη, δηλώνοντας ανοιχτή απόχρωση.
2. Που έχει μικρή ένταση ή λεπτή παρουσία, οπότε γίνεται δύσκολα αντιληπτός από τις αισθήσεις (για φωτισμό, ήχο, οσμή, γεύση).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αχνός ατμός ανέβαινε από το φλιτζάνι του τσαγιού.
- Ένιωσα ένα αχνό άρωμα γιασεμιού στον αέρα.
- Το φως ήταν τόσο αχνό που δυσκολευόμουν να διαβάσω.
- Υπήρχε μια αχνή αμφιβολία στα λόγια της.
- Έμεινε μόνο ένας αχνός θρύλος για εκείνα τα γεγονότα.
- Οι αχνές σιλουέτες πίσω από την ομίχλη φαίνονταν μακριά.