ξεθεωμένος
επίθετο1. Που έχει εξαντληθεί η ενεργητικότητα, η αντοχή ή οι δυνάμεις του μετά από παρατεταμένη ή έντονη σωματική ή ψυχική κόπωση.
Συνώνυμα
εξαντλημένος εξουθενωμένος καταβεβλημένος τελειωμένος ξεζουμισμένος αποκαμωμένος κατάκοπος κουρασμένος καταπονημένος ταλαιπωρημένος σκασμένος ξοφλημένος σβησμένος μαραμένος καμμένος χλωμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι ξεθεωμένος μετά από οκτάωρη βάρδια.
- Ο καθηγητής ήταν ξεθεωμένος μετά από τη διοργάνωση του συνεδρίου.
- Φαίνεται ξεθεωμένος από τα πολλά ταξίδια.
- Ο παλιός καναπές είναι ξεθεωμένος και χρειάζεται αντικατάσταση.
- Μην του ζητάς πολλά σήμερα, είναι ξεθεωμένος.