εύθυμος
επίθετοΠου εκδηλώνει καλή διάθεση, ζωντάνια και προθυμία για χαρά ή αστεϊσμό.
Συνώνυμα
χαρούμενος κεφάτος χαρωπός ευδιάθετος ανάλαφρος χαρμόσυνος γλεντζές ειδωμένος ανέμελος πρόθυμος ζωηρός ακμαίος εύχαρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δάσκαλος ήταν πολύ εύθυμος και έκανε το μάθημα πιο ευχάριστο.
- Παρά την κούρασή της, έμεινε εύθυμη όλο το βράδυ.
- Μετά τα καλά νέα, όλοι ήταν εύθυμοι και γελούσαν.
- Η παρέα πέρασε ένα εύθυμο απόγευμα δίπλα στη θάλασσα.
- Το μικρό παιδί είναι πάντα εύθυμο και χαμογελαστό.