εύρωστος

επίθετο

1. Που διαθέτει ισχυρή σωματική διάπλαση και καλή φυσική αντοχή, ικανός να αντέχει κόπωση και καταπονήσεις.

2. Που έχει συμπαγή και ανθεκτική δομή, ικανή να αντέχει φθορές ή εξωτερικές πιέσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παππούς είναι εύρωστος και βγαίνει βόλτα κάθε πρωί.
  • Η επιχείρηση παραμένει εύρωστη παρά τις δυσκολίες της αγοράς.
  • Το νέο κτίριο είναι εύρωστο και αντέχει σε ισχυρούς ανέμους.
  • Στον κήπο φύτρωσε ένα εύρωστο δέντρο με πυκνό φύλλωμα.
  • Μετά την αποκατάσταση, οι ασθενείς νιώθουν πιο εύρωστοι.