κουρασμένος
επίθετο1. Που έχει εξαντληθεί από σωματική ή πνευματική προσπάθεια ή δραστηριότητα και παρουσιάζει μείωση της ενέργειας, της αντοχής ή της ζωτικότητας.
Συνώνυμα
εξαντλημένος εξουθενωμένος καταβεβλημένος κοπιασμένος αποκαμωμένος ξεθεωμένος κατάκοπος τελειωμένος καταπονημένος ταλαιπωρημένος καταρρακωμένος υποτονικός σκασμένος ληθαργικός υπνηλός νυσταγμένος εξασθενημένος άτονος σβησμένος φθαρμένος αργός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κουρασμένος άντρας κάθισε στον καναπέ.
- Η κουρασμένη μητέρα αποκοιμήθηκε στο σαλόνι.
- Το κουρασμένο παιδί κοιμόταν στο αυτοκίνητο.
- Οι κουρασμένοι ταξιδιώτες περίμεναν στην αποβάθρα.
- Το αστείο ήταν κουρασμένο και κανείς δεν γέλασε.