ερημωμένος
επίθετο1. Που δεν έχει ανθρώπους ή ζωή σε ένα χώρο, κτήριο ή περιοχή, παρουσιάζοντας απουσία κατοίκων ή δραστηριότητας.
2. Που έχει παύσει να χρησιμοποιείται ή να λειτουργεί για μεγάλο διάστημα και εμφανίζει αδράνεια ή παρακμή.
Συνώνυμα
εγκαταλελειμμένος έρημος παρατημένος απομονωμένος αποκομμένος ερημικός απονεκρωμένος ερημοποιημένος παραμελημένος ερειπωμένος άδειος κενός μοναχικός ξεχασμένος εξαφανισμένος ολομόναχος απομακρυσμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δρόμος ήταν ερημωμένος το βράδυ.
- Ο παλιός ναός έμοιαζε ερημωμένος μετά την εγκατάλειψη.
- Ο ηλικιωμένος ένιωθε ερημωμένος, παρ' όλο που ήταν περιτριγυρισμένος από κόσμο.
- Ο οικισμός έμεινε ερημωμένος μετά τον σεισμό.
- Ο κήπος πίσω από το σπίτι φαινόταν ερημωμένος και γεμάτος αγριόχορτα.