αδύναμος
επίθετο1. Που έχει μειωμένη σωματική δύναμη ή αντοχή σε σχέση με το συνηθισμένο.
2. Που παρουσιάζει μικρή ισχύ, ένταση ή αποτελεσματικότητα σε δράση, επιχείρημα ή μέτρο και δεν πετυχαίνει εύκολα το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
ασθενής αδύνατος ανίσχυρος εξασθενημένος αποδυναμωμένος ασθενέστερος καχεκτικός ασθενικός εύθραυστος καταπονημένος μαλθακός χαμηλός ανίκανος ανήμπορος αναιμικός τρωτός νωθρός υποτονικός ευάλωτος αβοήθητος λιγνός αναποτελεσματικός ανεπαρκής καταβεβλημένος χλιαρός αραιωμένος ελλειμματικός ευπαθής αφερέγγυος
Αντώνυμα
δυνατός ισχυρός γερός σθεναρός ανθεκτικός υγιής σφοδρός σφριγηλός φοβερός εύρωστος καταιγιστικός στιβαρός δυναμικός πανίσχυρος κραταιός γεροδεμένος δεινός ζόρικος κορυφαίος λεβέντης σιδερένιος στέρεος τρομερός μάγκας ικανός έντονος ακαταμάχητος ατσάλινος ισχυρότερος μεγαλόσωμος μεθυστικός ζωηρός ακμαίος κυρίαρχος άτρωτος απτόητος αυτοδύναμος εύσωμος παλικαράς υπέρτερος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αδύναμος ασθενής δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι.
- Μετά τον χωρισμό ένιωσε αδύναμη και αβέβαιη για το μέλλον.
- Το επιχείρημά του ήταν αδύναμο και δεν έπεισε κανέναν στη συνεδρίαση.
- Η τηλεόραση πιάνει πολύ αδύναμο σήμα στο χωριό.
- Η αδύναμη οικονομία της χώρας προβληματίζει τους πολίτες.
- Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν αδύναμα, χωρίς σαφή βελτίωση.