αδύναμος

επίθετο

1. Που έχει μειωμένη σωματική δύναμη ή αντοχή σε σχέση με το συνηθισμένο.

2. Που παρουσιάζει μικρή ισχύ, ένταση ή αποτελεσματικότητα σε δράση, επιχείρημα ή μέτρο και δεν πετυχαίνει εύκολα το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αδύναμος ασθενής δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι.
  • Μετά τον χωρισμό ένιωσε αδύναμη και αβέβαιη για το μέλλον.
  • Το επιχείρημά του ήταν αδύναμο και δεν έπεισε κανέναν στη συνεδρίαση.
  • Η τηλεόραση πιάνει πολύ αδύναμο σήμα στο χωριό.
  • Η αδύναμη οικονομία της χώρας προβληματίζει τους πολίτες.
  • Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν αδύναμα, χωρίς σαφή βελτίωση.