νεκρός
επίθετο1. Που έχει παύση όλων των βιολογικών λειτουργιών και δεν προβάλλει ζωτικές ενδείξεις.
2. Που δεν λειτουργεί, είναι ακίνητο ή ανενεργό για μηχανές, συσκευές ή κυκλώματα.
Συνώνυμα
πεθαμένος εκλιπών πτώμα ξεψυχισμένος άψυχος ψόφιος ανενεργός σωρός νεκρωμένος αναπαυμένος ακίνητος ακίνητο ακινητοποιημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νεκρός βρέθηκε στο δρόμο.
- Το νεκρό πουλί βρισκόταν στο πεζοδρόμιο.
- Η μπαταρία του τηλεφώνου είναι νεκρή.
- Έπεσε νεκρή σιωπή στην αίθουσα.
- Η αγορά ήταν νεκρή μετά το μεσημέρι.