εξουθενωμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί έντονη σωματική ή ψυχική κόπωση, με σημαντική έλλειψη ενεργητικότητας, ζωτικότητας και αντοχής εξαιτίας υπερβολικής προσπάθειας, άγχους ή παρατεταμένης ταλαιπωρίας.
Συνώνυμα
εξαντλημένος αποκαμωμένος καταβεβλημένος ξεθεωμένος τελειωμένος κουρασμένος καταπονημένος ταλαιπωρημένος ξεζουμισμένος σμπαραλιασμένος σκασμένος διαλυμένος μπαταρισμένος άρρωστος εξαθλιωμένος πεθαμένος αποδυναμωμένος μαραμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αθλητής γύρισε εξουθενωμένος από τον Μαραθώνιο.
- Ο πατέρας ένιωθε εξουθενωμένος από τις συνεχείς ανησυχίες για το παιδί.
- Ο υπάλληλος ήταν εξουθενωμένος μετά από εβδομάδες υπερωριών.
- Ο καλλιτέχνης αισθάνθηκε εξουθενωμένος από τις συνεχείς απορρίψεις και την κριτική.
- Ο προϋπολογισμός ήταν εξουθενωμένος μετά τα έκτακτα έξοδα του μήνα.