λυπηρός

επίθετο

1. Που προκαλεί λύπη, θλίψη ή στεναχώρια σε ανθρώπους εξαιτίας συμφοράς, απογοήτευσης ή δυσάρεστου γεγονότος.

2. Που εκφράζει ή αντανακλά θλίψη, στεναχώρια ή μελαγχολία στο ύφος, την εμφάνιση ή τη διάθεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος ήταν λυπηρός μετά την είδηση.
  • Το πρόσωπό της ήταν λυπηρό και κουρασμένο.
  • Ήταν λυπηρό που δεν κατάφερε να παρευρεθεί στην τελετή.
  • Η μητέρα της έδειχνε λυπηρή όταν το έμαθε.
  • Οι φίλοι του παρέμειναν λυπηροί για μέρες.
  • Είναι λυπηρό να βλέπεις μια πόλη να χάνει την ιστορία της.