λαμπερός
επίθετο1. Που εκπέμπει ή αντανακλά έντονο φως, κάνοντας το αντικείμενο να φαίνεται φωτεινό και καθαρό.
2. Που έχει ζωηρή, ελκυστική εμφάνιση ή έκφραση και προσελκύει την προσοχή.
Συνώνυμα
φωτεινός λαμπρός αστραφτερός γυαλιστερός εκθαμβωτικός ακτινοβόλος ένδοξος μεγαλοπρεπής πανέμορφος στολισμένος εντυπωσιακός ηλιόλουστος μεγαλειώδης φανταχτερός φαντασμαγορικός σπινθηροβόλος λαμπυρίζων φωσφορίζων εξαίρετος ζωηρός κεφάτος κοσμικός πεντακάθαρος χαρωπός όμορφος χαρούμενος καθαρός σπουδαίος χρυσός γοητευτικός κούκλος ασημένιος αρχοντικός γελαστός γιορτινός επιδεικτικός επώνυμος θεαματικός καλοντυμένος κρυστάλλινος πολυτελής πομπώδης πρόσχαρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λαμπερός ήλιος έκανε την ημέρα πιο όμορφη.
- Η λαμπερή τραγουδίστρια μάγεψε το κοινό.
- Τα λαμπερά φώτα του δρόμου φώτιζαν τη νύχτα.
- Το μέλλον του φαίνεται λαμπερό.
- Έχει λαμπερό χαμόγελο που σε καθηλώνει.