μελαγχολικός

επίθετο

1. Που εκδηλώνει ή χαρακτηρίζεται από βαθιά, επίμονη θλίψη, εσωτερική στοχαστικότητα και τάση προς απομόνωση.

2. Που αποπνέει ή προκαλεί αίσθηση νοσταλγικής μελαγχολίας ή σιωπηλής θλίψης στο ύφος, στην ατμόσφαιρα ή στην εμφάνιση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φίλος μου ήταν μελαγχολικός μετά τα νέα.
  • Η Μαρία ήταν μελαγχολική όλη μέρα.
  • Η μελωδία στο τραγούδι ήταν μελαγχολική και αργή.
  • Το τοπίο είχε μελαγχολικό χρώμα το απόγευμα.
  • Το βλέμμα του ηθοποιού ήταν βαθύ και μελαγχολικό.