μελαγχολικός
επίθετο1. Που εκδηλώνει ή χαρακτηρίζεται από βαθιά, επίμονη θλίψη, εσωτερική στοχαστικότητα και τάση προς απομόνωση.
2. Που αποπνέει ή προκαλεί αίσθηση νοσταλγικής μελαγχολίας ή σιωπηλής θλίψης στο ύφος, στην ατμόσφαιρα ή στην εμφάνιση.
Συνώνυμα
θλιμμένος λυπημένος στεναχωρημένος δύσθυμος σκυθρωπός νοσταλγικός καταθλιμμένος μουτρωμένος κατσούφης πένθιμος μουντός λυπηρός θλιβερός ζοφερός κατσουφιασμένος στενοχωρημένος στοχαστικός σκεπτικός καταθλιπτικός απογοητευμένος μουδιασμένος μοναχικός νοσηρός μεμψιμοιρητικός υποτονικός απαισιόδοξος απαρηγόρητος αποκαρδιωμένος δυσαρεστημένος δυστυχισμένος συλλογισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φίλος μου ήταν μελαγχολικός μετά τα νέα.
- Η Μαρία ήταν μελαγχολική όλη μέρα.
- Η μελωδία στο τραγούδι ήταν μελαγχολική και αργή.
- Το τοπίο είχε μελαγχολικό χρώμα το απόγευμα.
- Το βλέμμα του ηθοποιού ήταν βαθύ και μελαγχολικό.