καταπονημένος
επίθετο1. Που παρουσιάζει έντονη κόπωση στο σώμα ή στο νου εξαιτίας παρατεταμένης ή υπερβολικής δραστηριότητας, με μειωμένη ενέργεια και αντοχή.
Συνώνυμα
κουρασμένος εξαντλημένος εξουθενωμένος καταβεβλημένος ξεθεωμένος κλαταρισμένος κοπιασμένος ταλαιπωρημένος ξεζουμισμένος φθαρμένος στραπατσαρισμένος μισοπεθαμένος αδύναμος τελειωμένος αποκαμωμένος κατάκοπος σκασμένος πεθαμένος κουραστικός επιβαρυμένος σκληροτράχηλος τραυματισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από το τρέξιμο, ένιωθε πολύ καταπονημένος.
- Ο εργάτης γύρισε σπίτι καταπονημένος από τη δουλειά.
- Το παλιό αυτοκίνητο είναι πια καταπονημένο από τα πολλά χιλιόμετρα.
- Οι καταπονημένοι μαθητές χρειάζονται ξεκούραση μετά τις εξετάσεις.
- Η φωνή του ακουγόταν καταπονημένη ύστερα από τόση ομιλία.