εξασθενημένος
επίθετο1. Που έχει μειωμένη σωματική ή ψυχική δύναμη, ενέργεια ή αντοχή σε σχέση με προηγούμενη ή φυσιολογική κατάσταση.
Συνώνυμα
αποδυναμωμένος αδύναμος ασθενής ανίσχυρος ασθενικός εξαντλημένος καταβεβλημένος κουρασμένος λιωμένος καχεκτικός ατροφικός αναιμικός απομειωμένος μειωμένος ελαττωμένος ξεθωριασμένος σβησμένος αραιωμένος αφυδατωμένος υποτονικός φθαρμένος ξεπεσμένος
Αντώνυμα
δυνατός ισχυρός γερός ανθεκτικός υγιής σφριγηλός εύρωστος ενισχυμένος ακμαίος ζωηρός δραστήριος ζωντανός αυξημένος ισχυρότερος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασθενής είναι εξασθενημένος μετά από εβδομάδες νοσηλείας.
- Η φωνή της ήταν εξασθενημένη μετά από πολλές ώρες ομιλίας.
- Το μπλε ύφασμα έχει γίνει εξασθενημένο εξαιτίας του ήλιου.
- Τα τηλεοπτικά σήματα ήταν εξασθενημένα λόγω παρεμβολών.
- Στο εργαστήριο χρησιμοποίησαν εξασθενημένο διάλυμα για τη δοκιμασία.
- Μετά το σκάνδαλο η θέση του στο κόμμα έγινε εξασθενημένη.