σπινθηροβόλος
επίθετοΠου εκπέμπει ή αντανακλά έντονο, λαμπερό φως με μικρές, γρήγορες λάμψεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βλέμμα της ήταν σπινθηροβόλο από ενθουσιασμό.
- Το σπινθηροβόλο χιόνι έλαμπε κάτω από τον ήλιο.
- Μίλησε με σπινθηροβόλο ύφος, γεμάτο ζωντάνια.
- Τα μάτια του έγιναν σπινθηροβόλα όταν άκουσε τα νέα.
- Φόρεσε ένα σπινθηροβόλο φόρεμα που τράβηξε όλα τα βλέμματα.