καταβεβλημένος

επίθετο

1. Που έχει πολύ μικρό απόθεμα σωματικής ενέργειας και παρουσιάζει αδυναμία στην κίνηση ή στην εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων μετά από παρατεταμένη κόπωση ή ασθένεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά το μαραθώνιο, ο δρομέας ήταν καταβεβλημένος.
  • Από τις ατελείωτες βάρδιες, η νοσηλεύτρια φαινόταν καταβεβλημένη.
  • Μετά το δυσάρεστο νέο, ήταν όλοι καταβεβλημένοι και σιωπηλοί.
  • Το ποσό θεωρείται καταβεβλημένο μόλις εκδοθεί η απόδειξη.
  • Παρά την αναλγησία, ο ασθενής παρέμενε καταβεβλημένος από την ασθένεια.