αλήθεια

ουσιαστικό

1. Συμφωνία μεταξύ μιας δήλωσης ή πεποίθησης και της πραγματικής κατάστασης των πραγμάτων.

2. Γεγονός ή στοιχείο που ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα χρόνο χθες.
  • Να πω την αλήθεια, φοβήθηκα να μιλήσω.
  • Είναι αυτό αλήθεια;
  • Η αλήθεια πονάει όταν προδίδεται.
  • Η αλήθεια του θέματος αποκαλύφθηκε στο τέλος.