όψη
ουσιαστικό1. Εξωτερικό τμήμα ή επιφάνεια προσώπου, αντικειμένου ή τόπου που γίνεται αντιληπτό οπτικά και καθορίζει τα εμφανή χαρακτηριστικά.
2. Επιφάνεια ή πρόσοψη δομής, κατασκευής ή φυσικού σώματος προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η όψη του κτιρίου είναι εντυπωσιακή.
- Η όψη του παιδιού άλλαξε όταν άκουσε τα καλά νέα.
- Σε κάθε όψη του προβλήματος υπάρχει και μια διαφορετική λύση.
- Η όψη του νομίσματος έχει χαραγμένο ένα πρόσωπο.
- Δεν πρέπει να κρίνεις από την όψη.