μπλόφα
ουσιαστικό1. Παρουσίαση ψευδούς εικόνας της δύναμης, των πόρων ή των προθέσεων κάποιου με σκοπό να παραπλανήσει αντιπάλους ή συνομιλητές, συχνά σε παιχνίδια στρατηγικής ή τυχερά παιχνίδια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε μπλόφα στο πόκερ και κέρδισε το παιχνίδι.
- Η υπόσχεσή του για αλλαγές αποδείχτηκε μπλόφα.
- Στη διαπραγμάτευση η εταιρεία χρησιμοποίησε μπλόφα για να πιέσει τον αντίπαλο.
- Η εξομολόγησή της φαινόταν ειλικρινής, αλλά ήταν απλώς μια μπλόφα.
- Μην υποτιμάς την αντίπαλο· ίσως η μπλόφα σου να μην περάσει.