παραπλάνηση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία κάποιος οδηγεί άλλον σε λανθασμένη αντίληψη ή πεποίθηση, παρουσιάζοντας ψευδή, ελλιπή ή παραπλανητικά στοιχεία, με πρόθεση ή από αμέλεια.
Συνώνυμα
εξαπάτηση απάτη δόλος δολιότητα κοροϊδία διαστρέβλωση παραποίηση κομπίνα παραπληροφόρηση τεχνάσμα ψευτιά ψεύδος πειρασμός τέχνασμα απατεωνιά αποπροσανατολισμός εμπαιγμός καμουφλάζ πονηριά προπαγάνδα πλάνη ψέμα μπλόφα αποπλάνηση ψευδαίσθηση ψευδολογία παγίδευση συγκάλυψη ανεντιμότητα αυταπάτη κουκούλωμα υποκρισία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παραπλάνηση των καταναλωτών από παραπλανητικές διαφημίσεις είναι παράνομη.
- Στη μάχη, η παραπλάνηση του εχθρού αποδείχθηκε καθοριστική.
- Καταγγείλαμε την παραπλάνηση των στοιχείων στο ρεπορτάζ.
- Η παραπλάνηση μέσω ψευδών ειδήσεων προκάλεσε σύγχυση στην κοινή γνώμη.
- Η λάθος πληροφορία οδήγησε σε παραπλάνηση πολλών επενδυτών.
- Η παραπλάνηση ενός συνεργάτη κατέστρεψε την εμπιστοσύνη στην ομάδα.