τρικ
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή μέθοδος που αποσκοπεί στην εξαπάτηση ή την παραπλάνηση άλλων για να αποκτηθεί πλεονέκτημα ή να κρυφτεί η αλήθεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τρικ για να λύσεις το πρόβλημα είναι να αθροίσεις πρώτα τις τιμές.
- Το τρικ με τις κάρτες εντυπωσίασε τα παιδιά.
- Το τρικ που του έκαναν οι φίλοι του ήταν καλοπροαίρετο αλλά τον τρόμαξε.
- Έκανε ένα τρικ στην επίθεση και πέρασε τον αντίπαλο.
- Το τρικ για να μειώσεις τη μνήμη που χρησιμοποιεί το πρόγραμμα είναι να καθαρίζεις τους προσωρινούς πίνακες.
- Αυτό το τρικ δεν πιάνει πια — όλοι το ξέρουν.