πλάνη
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία κάποιος διατηρεί πεποίθηση ή αντίληψη που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, λόγω σφάλματος στην κρίση, ελλιπούς ή παραπλανητικής πληροφορίας ή λανθασμένης ερμηνείας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πλάνη ότι το χρήμα φέρνει την ευτυχία είναι διαδεδομένη.
- Μην πέφτεις στην πλάνη και πιστεύεις κάθε φήμη.
- Η πλάνη των αισθήσεων μπορεί να παραπλανήσει ακόμη και τους σοφούς.
- Οι λάθος υποθέσεις τον οδήγησαν στη πλάνη με σοβαρές συνέπειες.
- Το οπτικό εφέ προκάλεσε πλάνη και η εικόνα φαινόταν ζωντανή.