ειρωνεία

ουσιαστικό

1. Λεκτικό μέσο κατά το οποίο η φαινομενική ή κυριολεκτική διατύπωση αντιπαρατίθεται στην πραγματική πρόθεση του ομιλητή, δημιουργώντας ειρωνική απόχρωση.

Συνώνυμα

σαρκασμός χλευασμός κοροϊδία γελοιοποίηση καυστικότητα σάτιρα αστεϊσμός χιούμορ πείραγμα υπονοούμενο αινιγμός φάρσα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι ειρωνεία ότι ο γιατρός κόλλησε γρίπη.
  • Η απάντησή του ήταν γεμάτη ειρωνεία.
  • Στο θεατρικό έργο, η ειρωνεία του φινάλε αποκάλυψε την αλήθεια στο κοινό πριν από τους χαρακτήρες.
  • Ο καθηγητής χρησιμοποίησε ειρωνεία για να επισημάνει την αντίφαση ανάμεσα σε λόγια και πράξεις.
  • Τι ειρωνεία που άρχισε να βρέχει ακριβώς όταν σκόπευαν να ξεκινήσουν την υπαίθρια εκδήλωση.