κοτσάνα
ουσιαστικό1. Λεκτική έκφραση, συνήθως σύντομη, που χαρακτηρίζεται από ανοησία ή ασυναρτησία και προκαλεί γέλιο, δυσπιστία ή περιφρόνηση.
2. Ενέργεια ή πράξη με επιπόλαια ή ανόητα αποτελέσματα, συχνά αντιλαμβανόμενη ως λάθος ή γκάφα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είπε μια κοτσάνα και όλοι άρχισαν να γελούν.
- Μην λες κοτσάνα έτσι ελαφρά· μπορεί να παρεξηγηθεί.
- Συγγνώμη για την κοτσάνα, δεν ήθελα να σε πληγώσω.
- Η πρότασή του για το έργο ήταν κοτσάνα, οπότε την απορρίψαμε.
- Έκανε μια κοτσάνα μπροστά στους πελάτες και μετά ζήτησε συγγνώμη.