ανεντιμότητα
ουσιαστικόΠοιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο, συμπεριφορά ή πράξη στερείται ειλικρίνειας και σεβασμού προς ηθικούς ή νομικούς κανόνες και εκδηλώνεται με παραπλάνηση, παραβίαση εμπιστοσύνης ή επιδίωξη προσωπικού οφέλους με αθέμιτα μέσα.
Συνώνυμα
ατιμότητα ασυνειδησία απάτη διαφθορά λαμογιά ψευτιά ανειλικρίνεια δόλος δολιότητα φαυλότητα ανηθικότητα υποκρισία διαπλοκή ψευδολογία παραπλάνηση κοροϊδία κλεψιά βρωμιά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανεντιμότητα του υπαλλήλου έφερε την απόλυσή του.
- Δεν ανέχομαι την ανεντιμότητα σε επιστημονικές εργασίες.
- Οι κατηγορίες για ανεντιμότητα κατά του υπουργού κλονίζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.
- Η ανεντιμότητα χαλάει το πνεύμα του αθλητισμού και των αγώνων.
- Η οικονομική ανεντιμότητα της εταιρείας αποκαλύφθηκε μετά τον φορολογικό έλεγχο.