κόλπο
ουσιαστικό1. Μεγάλη εισχώρηση θαλάσσιου νερού προς την ξηρά που σχηματίζει προστατευμένη ή ημιαπομονωμένη παράκτια κοιλότητα.
2. Ανατομική κοιλότητα στο ανθρώπινο ή ζωικό σώμα, όπως οι ρινικές κοιλότητες, οι καρδιακοί κόλποι ή η γυναικεία γεννητική κοιλότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πλοίο έδεσε στον κόλπο πριν δύσει ο ήλιος.
- Έκανε έναν κόλπο για να αποσπάσει την προσοχή του φύλακα.
- Ο γυναικολόγος εξέτασε τον κόλπο προκειμένου να εντοπίσει τυχόν προβλήματα.
- Ο υπέρηχος έδειξε διόγκωση στον κόλπο της καρδιάς.